ADR (Accord Dangereux Routier) είναι η ευρωπαϊκή συμφωνία για τις διεθνείς οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων.

Ως επικίνδυνο εμπόρευμα θεωρείται κάθε εμπόρευμα που είναι επικίνδυνο για την υγεία και ασφάλεια του κοινού στον χώρο εργασίας, στο περιβάλλον εργασίας και στους παρακείμενους χώρους. Ο κατάλογος αυτών των εμπορευμάτων αναφέρεται στο 3ο μέρος της Συμφωνίας A.D.R. και η μεταφορά τους επιτρέπεται μόνον υπό τους όρους που καθορίζονται στη Συμφωνία.

Μερικά παραδείγματα τέτοιων εμπορευμάτων είναι τα εκρηκτικά, διαβρωτικά, ραδιενεργά. οξειδωτικά υλικά, εύφλεκτα υγρά και αέρια, βενζίνη, κηροζίνη, φυσικό αέριο, οξυγόνο, άζωτο, αέριο υπό πίεση, κλινικά απόβλητα, γεωργικά φάρμακα, εντομοκτόνα κλπ.

Οι επιχειρήσεις στις δραστηριότητες των οποίων περιλαμβάνονται η οδική μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων ή σχετικές εργασίες συσκευασίας, φόρτωσης/εκφόρτωσης ή πλήρωσης επικίνδυνων εμπορευμάτων για οδική μεταφορά υποχρεούνται να ορίσουν Σύμβουλο Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΣΑΜΕΕ) υπεύθυνο να συμβάλλει στην πρόληψη κινδύνων που ενέχουν τέτοιες δραστηριότητες για τα άτομα, τις περιουσίες και το περιβάλλον. Ο ΣΑΜΜΕ αποτελεί το συνδετικό «κρίκο» ανάμεσα στην επιχείρηση και τους φορείς ελέγχου.

Στα καθήκοντα του ΣΑΜΕΕ περιλαμβάνονται:

  • διαδικασίες τήρησης των κανόνων αναγνώρισης των μεταφερόμενων επικινδύνων εμπορευμάτων.
  • διαδικασίες επιθεώρησης του υλικού που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά των επικίνδυνων εμπορευμάτων ή για τις ενέργειες φορτοεκφόρτωσης.
  • κατάλληλη κατάρτιση του προσωπικού, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο φάκελο του, αλλά και εξακρίβωση κατά πόσον το προσωπικό που απασχολείται στη μεταφορά των επικίνδυνων εμπορευμάτων ή τη φορτοεκφόρτωση αυτών έχει λάβει γνώση των διαδικασιών εκτέλεσης και λεπτομερείς εντολές.
  • εφαρμογή των κατάλληλων διαδικασιών έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση ατυχημάτων ή περιστατικών που μπορούν να πλήξουν την ασφάλεια κατά τη μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων ή κατά τις ενέργειες φορτοεκφόρτωσης.
  • ανάλυση και σύνταξη αναφοράς σχετικά με τα ατυχήματα, τα περιστατικά ή τις σοβαρές παραβιάσεις που διαπιστώνονται κατά τη μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων ή κατά τις ενέργειες φορτοεκφόρτωσης, καθώς και εφαρμογή κατάλληλων μέτρων για να αποφευχθεί η επανάληψη ατυχημάτων, περιστατικών ή σοβαρών παραβάσεων.
  • συνεκτίμηση των νομοθετικών προϋποθέσεων και την ιδιαίτερων αναγκών σε σχέση με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων κατά την επιλογή και τη χρησιμοποίηση υπεργολάβων ή άλλων μεσαζόντων αλλά και κατά την αγορά των μεταφορικών μέσων, κάθε ειδικής ανάγκης σε σχέση με τα μεταφερόμενα επικίνδυνα εμπορεύματα.
  • εφαρμογή μεθόδων επιθεώρησης ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη, στα μεταφορικά μέσα, των εγγράφων και εξοπλισμών ασφαλείας που πρέπει να συνοδεύουν τις μεταφορές και τη συμμόρφωση των εν λόγω εγγράφων και εξοπλισμών με τις οικείες ρυθμίσεις, και ταυτοχρόνως να εξασφαλίζεται η τήρηση των κανόνων σχετικά με τις ενέργειες φορτοεκφόρτωσης.